Σίσσυ Νίκα Δημοσιογράφος
Σε λίγο αρχίζει η νέα σχολική χρονιά και καλό θα είναι να ενημερωθούμε για μια ακόμα φορά, για τους αποτελεσματικούς τρόπους πρόληψης των εκδηλώσεων επιθετικότητας και βίας ανάμεσα σε ανηλίκους.
Μια πολύ ενδιαφέρουσα επιμορφωτική συνάντηση γονέων και εκπαιδευτικών πραγματοποιήθηκε πριν λίγο καιρό στον Εύοσμο Θεσσαλονίκης, με θέμα τη βία των ανηλίκων.
Στην εισήγηση του ο ψυχίατρος – ψυχοθεραπευτής κ. Ιάκωβος Μαρτίδης θέλοντας για να δώσει έμφαση στη σημασία του οικογενειακού περιβάλλοντος και της αγάπης των γονέων, που θα πρέπει να είναι έκδηλη ώστε να χτιστεί πάνω της η ψυχική υγεία των παιδιών ανέφερε το motto της Αμερικανίδας Λουίζ Ελίζαμπεθ Γκλικ, ποιήτριας, που κέρδισε το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 2020 που έγραφε. «Βλέπουμε τον κόσμο μία φορά, στην παιδική μας ηλικία τα υπόλοιπα είναι μνήμη».
Συνεχίζοντας ο κ. Μαρτίδης πρόσθεσε. «Πράγματι οι γονείς μας στην παιδική μας ηλικία λειτουργούν σαν καθρέπτες, σαν πρότυπα. Αυτός είναι ο λόγος που τα παιδιά κοιτάζουν τους γονείς τους, για να δουν στα μάτια τους αν έχουν την επιδοκομασία τους, την αποδοχή και αν τελικά το βλέμμα τους είναι τρυφερό. Την ίδια στιγμή δημιουργείται μια αρχετυπική σχέση, ένα πρότυπο αλληλεπίδρασης που ορίζει σε μεγάλο βαθμό και τις μετέπειτα σχέσεις τους, που τείνουν να επαναλαμβάνονται διαχρονικά.
Σίγουρα όταν από την πλευρά των γονέων υπάρχει η αδιαφορία και η εγκατάλειψη, που είχαν βιώσει στην πρώτη παιδική ηλικία και η οποία, συνιστά ουσιαστικά ψυχική κακοποίηση, η οποία μάλιστα είναι πιο αδιόρατη και ισχυρή από την σωματική, τότε το φαινόμενο παίζει σπουδαίο ρόλο στην εκδήλωση βίας από τους ανήλικους.
Η συστηματική απουσία, η αδιαφορία, η παραμέληση εκ μέρους των γονιών συνιστά κακοποίηση και είναι γενεσιουργός αιτία βίας υπογράμμισε με έμφαση: «κανένα παιδί δεν γεννιέται κακό. Τα παιδιά διαπλάθονται βαθμιαία σε κακά παιδιά, γιατί μένουν χωρίς αγάπη, φροντίδα, χωρίς όρια. Μεγαλώνουν ουσιαστικά μόνα και ανασφαλή».
Το φαινόμενο έξαρσης της βίας των ανηλίκων είναι πολυπαραγοντικό και πίσω από αυτό βρίσκεται ένας συνδυασμός αιτίων και συνθηκών, που αλληλεπιδρούν μεταξύ τους.
Σε αυτά συμπεριλαμβάνονται η οικονομική εξαθλίωση, η ανεργία, ο κοινωνικός αποκλεισμός, το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, το κακοποιητικό ενδοοικογενειακό κλίμα, ο αλκοολισμός, η χρήση ουσιών, η ύπαρξη σοβαρής ψυχοπαθολογίας, το ψηφιακό περιβάλλον, οι επιδράσεις από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κ.α.
Τέσσερις είναι κυρίως οι κρίσιμοι παράγοντες
Πιο συγκεκριμένα, τέσσερις κρίσιμοι παράγοντες είναι το οικογενειακό περιβάλλον, το σχολείο, το ψηφιακό περιβάλλον και οι πολιτισμικοί και οικονομικοί λόγοι.
«Αν ένα παιδί νιώθει ότι δεν το αγαπούν οι γονείς του, θα δυσκολευτεί να αγαπήσει τον εαυτό του. Αν δυσκολευτεί να αγαπήσει τον εαυτό του, θα δυσκολευτεί πολύ περισσότερο να αγαπήσει τον άλλον» σχολίασε ο κ. Μαρτίδης και τόνισε ότι η αγάπη δημιουργεί ένα δίχτυ ασφαλείας, όπου τα παιδιά αισθάνονται ελεύθερα και αντιλαμβάνονται ότι αξίζουν και τα σέβονται. Αυτή η αίσθηση ότι μας αγαπούν και ότι αξίζουμε είναι η κινητήρια δύναμη της εξέλιξης διαχρονικά.
Σε ότι αφορά το σχολείο και την ανάγκη των παιδιών να ανήκουν σε μια ομάδα, φέρνει ως παράδειγμα το γεγονός ότι στα μουσικά σχολεία παρατηρούνται εμφανώς λιγότερα περιστατικά βίας, καθώς εκεί καλλιεργείται το ομαδικό πνεύμα με τη συμμετοχή σε χορωδίες και μουσικά σύνολα.
Σε αυτό το πλαίσιο, η καλλιέργεια των διαπροσωπικών σχέσεων μεταξύ μαθητών, αλλά και μεταξύ δασκάλων και μαθητών λειτουργεί ως πρόληψη απέναντι σε εκδηλώσεις και συμπεριφορές βίας.
Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, άλλωστε, καθώς και σε βιντεοπαιχνίδια, ταινίες και στίχους τραγουδιών , προβάλλονται συχνά πρότυπα επιθετικότητας, γεγονός που οδηγεί σε απενοχοποίηση της βίας, ενώ η καταγραφή βίαιων πράξεων και η ανάρτησή τους στο διαδίκτυο λειτουργούν ως επιβράβευση δίνοντας στους ανηλίκους μια ψευδαίσθηση κοινωνικής δύναμης.
Κοινωνικοί και οικονομικοί παράγοντες, μπορούν επίσης να προκαλέσουν ανασφάλεια και θυμό απέναντι στο «σύστημα» που εκδηλώνεται συχνά ως ξέσπασμα απέναντι σε αδύναμα πλάσματα, με τον κ. Μαρτίδη να διευκρινίζει ότι «η βία εμφανίζεται συχνά και σε εύπορες οικογένειες, κυρίως όμως σε αυτή την περίπτωση υπάρχει υπόβαθρο συναισθηματικής παραμέλησης των παιδιών και αδιαφορίας των γονέων».
Υπάρχουν κάποιες παρεμβάσεις που μπορούν να λειτουργήσουν αποτρεπτικά στη βία ανηλίκων;
Παρουσιάζοντας συγκεκριμένες δράσεις που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν προληπτικά, απέναντι στο φαινόμενο της εκδήλωσης βίας των ανηλίκων, ο ψυχίατρος, πρότεινε, μεταξύ άλλων, την αύξηση των σχολών γονέων ώστε να βοηθηθούν οι γονείς, την αύξηση των σχολικών ψυχολόγων με υψηλή κατάρτιση και αγάπη για το παιδί, την υλοποίηση προγραμμάτων διαμεσολάβησης όπου θα εκπαιδεύονται οι ίδιοι οι μαθητές στο να λύνουν τις διαφορές τους μέσω του διαλόγου.
Θα πρέπει να υπάρχουν τρόποι προώθησης της ενασχόλησης των παιδιών με τον αθλητισμό και τις τέχνες που θα μπορούσαν όχι μόνο να απορροφήσουν δημιουργικά τον θυμό και τις εντάσεις των παιδιών, αλλά να τους αλλάξουν ακόμη και τη ζωή.
Παράλληλα θα μπορούσαν να ενσωματωθούν στο σχολείο μαθήματα που αφορούν τις διαπροσωπικές σχέσεις, την ενσυναίσθηση και την αυτορρύθμιση των συναισθημάτων.
Επίσης θα πρέπει να κινητοποιηθούν οι σύλλογοι γονέων και διάφοροι φορείς της κοινότητας ώστε τα παιδιά να αισθάνονται το ενδιαφέρον που εκδηλώνεται για αυτά και τα ίδια να εμπλέκονται σε δράσεις προσφοράς προς τη γειτονιά και τους ανθρώπους που έχουν ανάγκη.
Στο τέλος της συζήτησης ο κ. Μαρτίδης ανέφερε ότι οι πιο συχνές ερωτήσεις που δέχεται από τους γονείς είναι πως θα αντιμετωπίσουν την εξάρτηση των παιδιών τους από τα κινητά, αλλά και τους τρόπους προφύλαξης των παιδιών ώστε να μην εμπλέκονται σε παραβατικές ομάδες.
Βέβαια είναι ευνόητο ότι στο ιατρείο του κ.Μαρτίδη φθάνουν οι περιπτώσεις έχουν ήδη εκδηλωθεί συμπεριφορές επιθετικότητας.
Το συμπέρασμα αυτής της εποικοδομητικής συνάντησης από τον κ. Μαρτίδη ήταν ότι « η πρόληψη είναι πολύ σημαντική και έχει να κάνει με το πόσο έχουν καλλιεργηθεί οι δεσμοί αγάπης μέσα στην οικογένεια από την ώρα που γεννιέται ένας άνθρωπος και μετά».

